περιταφρεύω,
A. surround with a trench,τὴν πόλιν, τὸ στρατόπεδον, Plb. 1.48.10 . Plu. 2.191c ; λόφον
App. Pun. 72
; τὴν ἐπαρχίαν
Phleg. 36.18
J. :— Pass. , στρατοπεδεύεσθαι ἐν περιτεταφρευμένῳ
X. Cyr. 3.3.28
; περιταφρευόμενος ἠνέσχετο
Plu. Mar. 33
.