πετρο-φῠής,ές,
A. clinging to rock, πολύπους
Ps.-Phoc. 49
.
II. Subst. πετροφυές,τό,
= ἀείζων τὸ λεπτόφυλλον , Ps.- Dsc. 4.90 , cf. 89 .
clinging to rock
πετρο-φῠής,ές,
A. clinging to rock, πολύπους
Ps.-Phoc. 49
.
II. Subst. πετροφυές,τό,
= ἀείζων τὸ λεπτόφυλλον , Ps.- Dsc. 4.90 , cf. 89 .