LSJπετρ-ώροφοςGlossπετρ-ώροφος , ον , ̔ὄροφος̓ = πετρηρεφής , Tz. Lyc. Arg.πετρ-ώροφος,ον , ̔ὄροφος̓A.= πετρηρεφής , Tz. Lyc. Arg.ReferencesLyc. Arg.