LSJπλατῆορ:Glossπλατῆορ: τὸ πλατείᾳ τῇ χειρὶ πατάξαι, Hsch. πλάτης , v. πλάτας.πλατῆορ: τὸ πλατείᾳ τῇ χειρὶ πατάξαι,Hsch.πλάτης,A.v. πλάτας.Related Lemmasπλάτης