LSJπολῐᾱ́-οχοςGlossπολῐᾱ́-οχος , ον , Dor. for πολιήοχος, v. πολιοῦχος.πολῐᾱ́-οχος,ον, Dor. forπολιήοχος,A.v. πολιοῦχος.