πολῠ-βούτης,ου,ὁ, (βοῦς)
A. rich in oxen,
ἄνδρες . . πολύρρηνες, πολυβοῦται
Il. 9.154
, Hes. Fr. 134.3 :—also in formπουλυβοώτης, Carm.Naupact. 2 ( EGF p.199 K.).
rich in oxen,
πολῠ-βούτης,ου,ὁ, (βοῦς)
A. rich in oxen,
ἄνδρες . . πολύρρηνες, πολυβοῦται
Il. 9.154
, Hes. Fr. 134.3 :—also in formπουλυβοώτης, Carm.Naupact. 2 ( EGF p.199 K.).