LSJπολύ-κυθνοςGlossπολύ-κυθνος , ον , = πολύσπερμος , Hsch. s.v. κυθνόν.πολύ-κυθνος,ον,A.= πολύσπερμος , Hsch.s.v. κυθνόν.ReferencesHsch.