LSJπολυχρημ-οσύνηGlossπολυχρημ-οσύνη , ἡ , = πολυχρηματία , Poll. 3.110 .πολυχρημ-οσύνη,ἡ,A.= πολυχρηματία , Poll. 3.110 .ReferencesPoll. 3.110