προσμηχᾰν-άομαι, Pass. ,
A. to be cunningly fastened toorupon, A. Th. 541 , 643 .
II.
Med. ,contriveorprocure for oneself, αὐτοῖς ἀσφάλειαν
Pl. R. 467c
; διατριβὴν ἑτέραν
D.H. 7.37
; τούτοις ἄλλα παράδοξα
J. AJ 8.13.1
; τιθασεύματα
Porph. Abst. 1.9
.