πρόστροπ-ος,ὁ,=
A.
προστρόπαιος
1.1
,suppliant,τινος
S. Ph. 773 : abs., Id. OT 41 .
II. accursed, Phot.
s.v. προστρόπαιος .
suppliant
πρόστροπ-ος,ὁ,=
A.
προστρόπαιος
1.1
,suppliant,τινος
S. Ph. 773 : abs., Id. OT 41 .
II. accursed, Phot.
s.v. προστρόπαιος .