LSJπρωτό-κοποςGlossπρωτό-κοπος , ον ,= πρωτόκουρος , Sammelb. 4496.18 (vi A.D.) , al.πρωτό-κοπος,ον,=πρωτόκουρος, Sammelb. 4496.18(vi A.D.), al.