LSJπτυελ-ίζωGlossπτυελ-ίζω , πτυελ-ισμός , πτύελ-ον , πτυελ-ώδης , v. πτυαλίζω , etc.πτυελ-ίζω,πτυελ-ισμός,πτύελ-ον,πτυελ-ώδης,A.v. πτυαλίζω , etc.Related Lemmasπτυελ-ισμόςπτύελ-ονπτυελ-ώδης