LSJπῠκῐνό-ρριζοςGlossπῠκῐνό-ρριζος , ον , ̔ῥίζἆ πυκνόρριζος , Id. Oss. 16 .πῠκῐνό-ρριζος,ον , ̔ῥίζἆ πυκνόρριζος, Id. Oss. 16 .