σᾰκοφόρος,ον,
A.
= σακεσφόρος , Hsch. ; dub. in Ath.Mitt. 10.208 (Cyzicus).
II.
= σακκοφόρος (q.v.).
σᾰκοφόρος , ον , = σακεσφόρος , Hsch. ; dub. in Ath.Mitt. 10.208 ( Cyzicus ). = σακκοφόρος (q.v.).
σᾰκοφόρος,ον,
A.
= σακεσφόρος , Hsch. ; dub. in Ath.Mitt. 10.208 (Cyzicus).
II.
= σακκοφόρος (q.v.).