σελλίζομαι, Pass. ,
A. imitate Aeschines ὁ Σέλλου,affect to be wealthy, Phryn.Com. 10 ; but alsoσελλίζεσθαι: ψελλίζεσθαι(v.ψελλός), τινὲς δὲ σελλίζει: ἀλαζονεύει, Hsch.
imitate Aeschines
σελλίζομαι, Pass. ,
A. imitate Aeschines ὁ Σέλλου,affect to be wealthy, Phryn.Com. 10 ; but alsoσελλίζεσθαι: ψελλίζεσθαι(v.ψελλός), τινὲς δὲ σελλίζει: ἀλαζονεύει, Hsch.