σελλισμός,ὁ,=ἀλαζονεία, prob. l. forσελας μόςin Theognost. Can. 11 .
σελλισμός
Gloss
σελλισμός , ὁ ,= ἀλαζονεία , prob. l. for σελας μός in Theognost. Can. 11 .
σελλισμός , ὁ ,= ἀλαζονεία , prob. l. for σελας μός in Theognost. Can. 11 .
σελλισμός,ὁ,=ἀλαζονεία, prob. l. forσελας μόςin Theognost. Can. 11 .