σῐᾰλ-ώδης,ες, (σίαλον)
A. like slaver, slavering, Hp. Morb. Sacr. 5 , D.P. 791 .
II. (σίαλος)fat, σκυλάκια
Hp. Steril. 217
.
like slaver, slavering
σῐᾰλ-ώδης,ες, (σίαλον)
A. like slaver, slavering, Hp. Morb. Sacr. 5 , D.P. 791 .
II. (σίαλος)fat, σκυλάκια
Hp. Steril. 217
.