σῐο-κόρος,ὁ, Lacon. forθεο-κόρος,=νεωκόρος(q.v.), Hsch.
σῐο-κόρος
Gloss
σῐο-κόρος , ὁ , Lacon. for θεο-κόρος ,= νεωκόρος (q.v.), Hsch.
σῐο-κόρος , ὁ , Lacon. for θεο-κόρος ,= νεωκόρος (q.v.), Hsch.
σῐο-κόρος,ὁ, Lacon. forθεο-κόρος,=νεωκόρος(q.v.), Hsch.