σκορπιό-πληκτος,ον,=σκορπιόδηκτος(q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al.
σκορπιό-πληκτος
Gloss
σκορπιό-πληκτος , ον ,= σκορπιόδηκτος (q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al.
σκορπιό-πληκτος , ον ,= σκορπιόδηκτος (q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al.
σκορπιό-πληκτος,ον,=σκορπιόδηκτος(q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al.