σμηρέα,ἡ, prob.
A.
f.l. for σπειραία (q.v.) in Thphr. HP 6.1.4 ; but Hsch. hasσμηρία: κισσός.
σμηρέα , ἡ , prob. f.l. for σπειραία (q.v.) in Thphr. HP 6.1.4 ; but Hsch. has σμηρία: κισσός .
σμηρέα,ἡ, prob.
A.
f.l. for σπειραία (q.v.) in Thphr. HP 6.1.4 ; but Hsch. hasσμηρία: κισσός.