LSJΣόβοςGlossΣόβος , ὁ , ̔σοβέὠ = Σάτυρος , Ulp.ad D. 21.158 (pl.).Σόβος,ὁ , ̔σοβέὠA.= Σάτυρος , Ulp.ad D. 21.158 (pl.).ReferencesD. 21.158