LSJστενωπ-εῖονGlossστενωπ-εῖον , τό ,= στενωπός, ὁ , Ach.Tat. 8.9 , Suid.στενωπ-εῖον,τό,=στενωπός,ὁ , Ach.Tat. 8.9 , Suid.