στίλος: ὁ προηγούμενος τῆς ποίμνης κριός, Hsch. (Fort.κτίλος.)
στίλος:
Gloss
στίλος: ὁ προηγούμενος τῆς ποίμνης κριός , Hsch. (Fort. κτίλος .)
στίλος: ὁ προηγούμενος τῆς ποίμνης κριός , Hsch. (Fort. κτίλος .)
στίλος: ὁ προηγούμενος τῆς ποίμνης κριός, Hsch. (Fort.κτίλος.)