LSJστιπουργόςGlossστιπουργός , ὁ ,= foreg. (cf. στιππουργός ), Stud.Pal. 20.193 (vi A.D.) .στιπουργός,ὁ,= foreg. (cf.στιππουργός), Stud.Pal. 20.193(vi A.D.).