στολᾰγωγ-ός,ὁ,=στολάρχης, Polem. Cyn. 35 codd. (στολαγοῦHinck).
στολᾰγωγ-ός
Gloss
στολᾰγωγ-ός , ὁ ,= στολάρχης , Polem. Cyn. 35 codd. ( στολαγοῦ Hinck).
στολᾰγωγ-ός , ὁ ,= στολάρχης , Polem. Cyn. 35 codd. ( στολαγοῦ Hinck).
στολᾰγωγ-ός,ὁ,=στολάρχης, Polem. Cyn. 35 codd. (στολαγοῦHinck).