στυππειουργός,ὁ, writtenστυππεουργός,
A. tow-worker,
PCair.Zen. 489.12
(iii B.C.); also writtenστιππυουργός, στιπεουργός, στιππουργός, στιπουργός(qq.v.).
tow-worker,
στυππειουργός,ὁ, writtenστυππεουργός,
A. tow-worker,
PCair.Zen. 489.12
(iii B.C.); also writtenστιππυουργός, στιπεουργός, στιππουργός, στιπουργός(qq.v.).