LSJσύγκοινοςGlossσύγκοινος , ον ,= κοινός , Schwyzer 197.70 (Crete, iii B.C. ): v. σύγκωμος .σύγκοινος,ον,=κοινός, Schwyzer 197.70 (Crete,iii B.C.):A.v. σύγκωμος .