LSJσῡκό-πρωκτοςGlossσῡκό-πρωκτος , ον , dub. sens. in Hsch. s.v. συκιδαφόρος .σῡκό-πρωκτος,ον, dub. sens. in Hsch.A.s.v. συκιδαφόρος .