συμβᾰτ-ός,ή,όν,
A. liable to happen, οὐδ' ἡ τῶν μελλόντων ἀδηλότης αὐτῷ συμβατή
Ph. 1.277
;συμβατόν ἐστι,=συμβαίνει, Plb. 9.2.4 .
liable to happen
συμβᾰτ-ός,ή,όν,
A. liable to happen, οὐδ' ἡ τῶν μελλόντων ἀδηλότης αὐτῷ συμβατή
Ph. 1.277
;συμβατόν ἐστι,=συμβαίνει, Plb. 9.2.4 .