συνδιημερ-εύω,
A. spend one's days with,τινι
X. Smp. 4.44 , Arist. Rh. 1381a30 , EN 1162b16 ( v.l. for συνημ- ) ; ἐπισφαλὲς τοῖς ὑπὸ φθόης συνεχομένοις συνδιημερεύειν
Gal. 7.279
; μετά τινων
Arist. EN 1166b14
( v.l. for συνημ- ).
spend one's days with
συνδιημερ-εύω,
A. spend one's days with,τινι
X. Smp. 4.44 , Arist. Rh. 1381a30 , EN 1162b16 ( v.l. for συνημ- ) ; ἐπισφαλὲς τοῖς ὑπὸ φθόης συνεχομένοις συνδιημερεύειν
Gal. 7.279
; μετά τινων
Arist. EN 1166b14
( v.l. for συνημ- ).