νομο-διδάσκαλος, -ου, ὁ
a teacher of the law: Luk.5:17, Act.5:34, 1Ti.1:7 (NT and eccl. only; cf. νομοδείκτης, -διδάκτης, Plut.).†
SYN.: γραμματεύς, q.v (AS)
teacher of the law
νομο-διδάσκαλος, -ου, ὁ
a teacher of the law: Luk.5:17, Act.5:34, 1Ti.1:7 (NT and eccl. only; cf. νομοδείκτης, -διδάκτης, Plut.).†
SYN.: γραμματεύς, q.v (AS)