ῥαν-τισμός, ὁ,
sprinkling, ὕδωρ ῥαντισμοῦ [[ LXX.Num.19.9 {ῥαντός}; αἷμα ῥαντισμοῦ NT.Heb.12.24, cf. NT.1Pet.1.2. ] LXX+NT]
sprinkling
ῥαν-τισμός, ὁ,
sprinkling, ὕδωρ ῥαντισμοῦ [[ LXX.Num.19.9 {ῥαντός}; αἷμα ῥαντισμοῦ NT.Heb.12.24, cf. NT.1Pet.1.2. ] LXX+NT]