προσόχθ-ισμα, ατος, τό,
object of wrath, offence,[[LXX.2Ki.23.13 ] LXX]; προσοχθίσματι προσοχθιεῖς[[LXX.Deu.7.26. ] LXX]
a loathsome thing
προσόχθ-ισμα, ατος, τό,
object of wrath, offence,[[LXX.2Ki.23.13 ] LXX]; προσοχθίσματι προσοχθιεῖς[[LXX.Deu.7.26. ] LXX]