συν-τριμμός, ὁ,
={σύντριμμα} 11, ruin,[[LXX.Zeph.1.10, +others ] LXX]
__II συντριμμοὶ θανάτου afflictions, miseries,[[LXX.2Ki.22.5. ] LXX]
a break
συν-τριμμός, ὁ,
={σύντριμμα} 11, ruin,[[LXX.Zeph.1.10, +others ] LXX]
__II συντριμμοὶ θανάτου afflictions, miseries,[[LXX.2Ki.22.5. ] LXX]