μέσσαυλος , μέσσαυλον , μεσσηγύ , μεσπιλ-γύς , v. μες -. μέσσαυλος,μέσσαυλον,μεσσηγύ,μεσπιλ-γύς,v. μες-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μέσσαυλος , μέσσαυλον , μεσσηγύ , μεσπιλ-γύς , v. μες -. μέσσαυλος,μέσσαυλον,μεσσηγύ,μεσπιλ-γύς,v. μες-.