πήραξον: ἀφόδευσον , Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ , Id. πήραξον: ἀφόδευσον, Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πήραξον: ἀφόδευσον , Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ , Id. πήραξον: ἀφόδευσον, Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ, Id.