σκεπηνός , σκεπινός , v. σκεπεινός . σκέπινος , v. σκέπανος . σκέπος , εος , τό ,= σκέπη , EM 597.19 . σκεπηνός,σκεπινός, A. v. σκεπεινός .σκέπινος, v. σκέπανος .σκέπος,εος,τό,=σκέπη, EM 597.19 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκεπηνός , σκεπινός , v. σκεπεινός . σκέπινος , v. σκέπανος . σκέπος , εος , τό ,= σκέπη , EM 597.19 . σκεπηνός,σκεπινός, A. v. σκεπεινός .σκέπινος, v. σκέπανος .σκέπος,εος,τό,=σκέπη, EM 597.19 .
σκέπᾰνος , ὁ , prob. a kind of tunny, Opp. H. 1.106 ; σκέπινος , Dorio ap. Ath. 7.322e . σκέπᾰνος,ὁ, prob. a kind of tunny, Opp. H. 1.106 ;σκέπινος, Dorio ap. Ath. 7.322e .
fish, ἀττᾰγεινός,ὁ, a A. fish, = σκεπινός , Dorio ap. Ath. 7.322c .
sheltered places σκεπ-εινός,ή,όν,= A. σκεπανός, σκεπεινὴν νηὶ̈ καταγωγὴν ἔχει Scymn. 336 ;ἐν τοῖς ς. in thesheltered places, LXX Ne. 4.13(7) : writtenσκεπηνόςin Ath.Med. ap. Orib. inc. 23.2 , Ar