σοί , v. σύ . σοιδηύδεις: βάκχαι . . , Hsch. σοίθης: ψίθυρος, ἀλαζών, διάβολος , Id. σοίκιδες: κώνωπες , Id. σοῖο , Ion. gen. of σός, σόν . σοί, A. v. σύ .σοιδηύδεις: βάκχαι . ., Hsch. σοίθης: ψίθυ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σοί , v. σύ . σοιδηύδεις: βάκχαι . . , Hsch. σοίθης: ψίθυρος, ἀλαζών, διάβολος , Id. σοίκιδες: κώνωπες , Id. σοῖο , Ion. gen. of σός, σόν . σοί, A. v. σύ .σοιδηύδεις: βάκχαι . ., Hsch. σοίθης: ψίθυ
σοέω ,= σεύω , impf. σόει B. 16.90 : pf. part. Pass. ἐσσοημένον Hsch. ; σεσοῆσθαι restored for σεσοβεῖσθαι in Id. s.v. σοιδηύδεις . σοέω,=σεύω,impf. A. σόει B. 16.90 :pf. part. Pass. ἐσσοημένον