τᾱτάομαι , Dor. for τητάομαι . τᾶτες , v. τῆτες . τᾱτάομαι, Dor. forτητάομαι.τᾶτες, A. v. τῆτες .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τᾱτάομαι , Dor. for τητάομαι . τᾶτες , v. τῆτες . τᾱτάομαι, Dor. forτητάομαι.τᾶτες, A. v. τῆτες .