ἐλειθερεῖ: εὐδία , and ἐλειθερεῖς ( ἐλειτεθ- cod.) : ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί , Hsch. ; cf. εἱληθερής . ἐλειθερεῖ: εὐδία, andἐλειθερεῖς(ἐλειτεθ-cod.): ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί, Hsch. ; cf.εἱληθερή
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐλειθερεῖ: εὐδία , and ἐλειθερεῖς ( ἐλειτεθ- cod.) : ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί , Hsch. ; cf. εἱληθερής . ἐλειθερεῖ: εὐδία, andἐλειθερεῖς(ἐλειτεθ-cod.): ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί, Hsch. ; cf.εἱληθερή