ὀσχο-φόρια , τά , ὀσχο-φόριον , τό , ὀσχο-φόροι , οἱ , etc., v. ὠσχ- . ὀσχο-φόρια,τά,ὀσχο-φόριον,τό,ὀσχο-φόροι,οἱ, etc., A. v. ὠσχ- .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀσχο-φόρια , τά , ὀσχο-φόριον , τό , ὀσχο-φόροι , οἱ , etc., v. ὠσχ- . ὀσχο-φόρια,τά,ὀσχο-φόριον,τό,ὀσχο-φόροι,οἱ, etc., A. v. ὠσχ- .