at last, ὑστάτιος [ᾰ],η,ον, poet. forὕστατος(cf.μεσσάτιοςforμέσσος, τοσσάτιοςforτόσσος), Il. 15.634 ; A. τί πρῶτόν τοι ἔπειτα τί δ' ὑστάτιον καταλέξω; Od. 9.14 , cf. Euph. 23 , A.R. 1.139 : neut.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
at last, ὑστάτιος [ᾰ],η,ον, poet. forὕστατος(cf.μεσσάτιοςforμέσσος, τοσσάτιοςforτόσσος), Il. 15.634 ; A. τί πρῶτόν τοι ἔπειτα τί δ' ὑστάτιον καταλέξω; Od. 9.14 , cf. Euph. 23 , A.R. 1.139 : neut.