κᾰκο-εξία , ἡ , ̔ἔχὠ = καχεξία, ἐπὶ κ . f.l. for καρδίᾳ in LXX Si. 19.5 . κᾰκο-εξία,ἡ , ̔ἔχὠ A. = καχεξία, ἐπὶ κ . f.l. for καρδίᾳ in LXX Si. 19.5 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κᾰκο-εξία , ἡ , ̔ἔχὠ = καχεξία, ἐπὶ κ . f.l. for καρδίᾳ in LXX Si. 19.5 . κᾰκο-εξία,ἡ , ̔ἔχὠ A. = καχεξία, ἐπὶ κ . f.l. for καρδίᾳ in LXX Si. 19.5 .
κᾰκο-εργᾰσία , ἡ , = κακεργασία , Lesb.Rh. 3.7 . κᾰκο-εργᾰσία,ἡ, A. = κακεργασία , Lesb.Rh. 3.7 .
qvil report κᾰκο-φημία,ἡ, A. qvil report,ἡ ἐκ τῶν πολλῶν κ. Ael. VH 3.7 .
κᾰκο-φορεσία , ἡ , gloss on δυσχλαινία , Sch. E. Hec. 240 . κᾰκο-φορεσία,ἡ, A. gloss on δυσχλαινία , Sch. E. Hec. 240 .
κᾰκοδαιμ-οσύνη , ἡ , = κακοδαιμονία 11 , Hippod. ap. Stob. 4.1.95 , Ael. Fr. 110 . κᾰκοδαιμ-οσύνη,ἡ, A. = κακοδαιμονία 11 , Hippod. ap. Stob. 4.1.95 , Ael. Fr. 110 .
κᾰκοδία , ἡ , opp. εὐοδία, = κακὴ ὁδός , Et.Gud.App. 672.5 . κᾰκοδία,ἡ, opp.εὐοδία, A. = κακὴ ὁδός , Et.Gud.App. 672.5 .
κᾰκοηθ-ίη , ἡ , v. κακοήθεια . κᾰκοηθ-ίη,ἡ, A. v. κακοήθεια .
κᾰκοποί-ησις , εως , ἡ , = κακοποιί̈α , LXX 3 Ma. 3.2 , 2 Es. 4.22 . κᾰκοποί-ησις,εως,ἡ, A. = κακοποιί̈α , LXX 3 Ma. 3.2 , 2 Es. 4.22 .
κᾰκοφρᾰδ-μοσύνη , ἡ , = foreg., Democr. 273 , Orph. Fr. 285.41 (pl.). κᾰκοφρᾰδ-μοσύνη,ἡ,=foreg., Democr. 273 , Orph. Fr. 285.41 (pl.).
καλακάνθη , ἡ , = Χαλκάνθη , Gp. 13.11.1 . καλακάνθη,ἡ, A. = Χαλκάνθη , Gp. 13.11.1 .
κᾰλαμ-ῖτις , ιδος , ἡ , = καλαμαία , AP 7.198 ( Leon. ). κᾰλαμ-ῖτις,ιδος,ἡ, A. = καλαμαία , AP 7.198 ( Leon. ).
καλαμανθήλη , ἡ , = ἀνθήλη , Edict.Diocl. 18.6 . καλαμανθήλη,ἡ, A. = ἀνθήλη , Edict.Diocl. 18.6 .
straw/stubble κᾰλᾰμ-η, ἡ, (see. κάλαμος) stalk, especially the stalk or straw of corn, metaphorically in [[ 8th c.BC: Homerus Epicus, αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν, ἧς τε πλείστην μὲν κ
κᾰλᾰμη-τρίς , ίδος , ἡ , = foreg., Hsch. κᾰλᾰμη-τρίς,ίδος,ἡ,=foreg., Hsch.
κᾰλᾰμινθίνη , ἡ , = foreg., Zopyr. ap. Orib. 14.62.1 codd. κᾰλᾰμινθίνη,ἡ,=foreg., Zopyr. ap. Orib. 14.62.1 codd.
citizen of C., Κᾰλαύρεια,ἡ,Calauria, an island off Troezen, A.R. 3.1243 , IG 4.752.18 (Troezen,ii B.C.), etc.; laterΚαλαυρία, Str. 8.6.3 , etc.:Κᾰλαύρῐα,ἡ, D.P. 499 :—henceΚᾰλαυρεάτης,ου, Dor. κᾰλᾰ́μ
κάλεσις , εως , ἡ , v. κλῆσις 111 . κάλεσις,εως,ἡ, A. v. κλῆσις 111 .
κᾰλεστής , οῦ , ὁ , gloss on κλητήρ , Sch.rec. A. Th. 574 : κᾰλεστός , ή , όν , = κλητός , Gloss. κᾰλεστής,οῦ,ὁ, A. gloss on κλητήρ , Sch.rec. A. Th. 574 :κᾰλεστός,ή,όν, = κλητός ,Gloss.
caliga, boot, Edict. Diocl. κάλικα,ἡ, only in gen. pl.καλικῶν,=Lat. A. caliga, boot, Edict. Diocl. 9.5 , al.:—henceκᾰλῐκαρικός,ή,όν,belonging to boots,φόρμαιibid.
κᾰλίστρα , ἡ , = κυλίστρα , f.l. in X. Eq. 5.3 . κᾰλίστρα,ἡ, A. = κυλίστρα ,f.l. in X. Eq. 5.3 .
κάλλα ἢ κάλλα ἢ
garden olive καλλῐ-έλαιος,ἡ, A. garden olive, opp.ἀγριέλαιος, Ep.Rom. 11.24 :—fem.καλλῐ-ελαία,ἡ, Arch.Pap. 2.218 (iii/iv A.D.): asAdj., κ. ἐλαία PCair.Zen. 125.3 (iii B. C.), Gp. 9.8 ;φυτόνib. 9.1
elegance of language καλλι-λογία,ἡ, A. elegance of language, D.H. Comp. 16 ;ἡ Προδίκου κ. Max.Tyr. 23.1 .
καλλῐ-τόκεια , ἡ , pecul. poet. fem. of sq., Opp. C. 1.6 . καλλῐ-τόκεια,ἡ, pecul. poet. fem. of sq., Opp. C. 1.6 .