στεάτ-ῐνος [ ᾱ], η , ον , ( στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—also στεατ-ίτης [ῑ] (sc. πλακοῦς ), ὁ , Hsch. s.v. πίονες . στεάτ-ῐνος[ᾱ],η,ον,( A. στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—alsoστεατ-
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στεάτ-ῐνος [ ᾱ], η , ον , ( στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—also στεατ-ίτης [ῑ] (sc. πλακοῦς ), ὁ , Hsch. s.v. πίονες . στεάτ-ῐνος[ᾱ],η,ον,( A. στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—alsoστεατ-
barren στεῖρος, -ον also -α, -ον, [in LXX for עָקָר ;] barren: of a woman, Luk.1:7, 36 23:29, Gal.4:27" (LXX) .† (AS)
στεμμᾰτο-φόρος , ον ,= στεφανηφόρος 11 , Ptol. Tetr. 176 . στεμμᾰτο-φόρος,ον,= A. στεφανηφόρος 11 , Ptol. Tetr. 176 .
στενακ-τικός , ή , όν ,=sq. 2 , Hsch. s.v. στενόεσσα . στενακ-τικός,ή,όν,=sq. 2 , Hsch. A. s.v. στενόεσσα .
hard, fast, firm στερέμνι-ος,α,ον, alsoος,ον Aret. SD 2.10 :— A. = στερεός ,hard, fast, firm, οὐρανός Placit. 2.11.2 ; φύσις Pl. Epin. 981d ; ὠτειλαί Aret. l.c.; σιτίον Ath. 1.10c ;τὰ ς.sol
στεριφνός , ή , όν , cited by Erot. (s. v.l., στριφνούς, -νοί cj. Klein) from Hp. Salubr. 2 (where our text has στρυφνούς ), and Ar. Ach. 180 (where στιπτοί ). στεριφνός,ή,όν, cited by Erot. (s. v.l.,
στερνο-σώματος , ον , v. στερροσώματος . στερνο-σώματος,ον, A. v. στερροσώματος .
stiff, firm, solid στερρός(A),ά,όν, alsoός,όν E. Hec. 296 :—collat. form ofστερεός, A. stiff, firm, solid, πόροι Ti.Locr. 101a ( Comp. ); of earth, opp.χαῦνος,v.l. in Arist. Pr. 934b11 ; of water
στεφᾰν-ῑτικός , ή , όν ,= στεφανικός, φόρος J. AJ 12.3.3 . στεφᾰν-ῑτικός,ή,όν,= A. στεφανικός, φόρος J. AJ 12.3.3 .
στεφη-πλόκος , ον , v.l. for στεφανηπλόκος , Plu. 2.41e . στεφη-πλόκος,ον, A. v.l. for στεφανηπλόκος , Plu. 2.41e .
στεφη-φόρος , ον ,= στεφανηφόρος , Lyc. 327 , Vett. Val. 45.32 , al. στεφη-φόρος,ον,=στεφανηφόρος, Lyc. 327 , Vett. Val. 45.32 , al.
στιλβ-ός , ή , όν ,= στιλπνός , Id. 5.84 ( Sup. , v.l.), Gal. 6.804 , Gloss. στιλβ-ός,ή,όν,=στιλπνός, Id. 5.84 ( Sup. , v.l.), Gal. 6.804 ,Gloss.
στιππόϊνος , η , ον ,= στιππύϊνος , PLond. 3.928.2 (iii A.D.) . στιππόϊνος,η,ον,=στιππύϊνος, PLond. 3.928.2 (iii A.D.).
στιπύϊνος , η , ον ,= στιππύϊνος , BGU 1515.2 ( Ptolemaic ). στιπύϊνος,η,ον,=στιππύϊνος, BGU 1515.2 (Ptolemaic).
στόμβος , η , ον ,= βαρύηχος, βαρύφθογγος , Hp. ( Morb. 2.33 ) ap. Gal. 19.141 ( φθέγγεται σομφόν codd. Hp. ). στόμβος,η,ον,=βαρύηχος, βαρύφθογγος, Hp. ( Morb. 2.33 ) ap. Gal. 19.141 (φθέγγεται σομφόν
στομο-δόκος , ον ,= στωμύλος , Pherecr. 234 . στομο-δόκος,ον,=στωμύλος, Pherecr. 234 .
στοργ-ικός , ή , όν , v.l. for στερκτικός in Gal. Nat.Fac. 1.12 . στοργ-ικός,ή,όν, A. v.l. for στερκτικός in Gal. Nat.Fac. 1.12 .
στορνυτέος , α , ον ,= καταστρωτέος , Hsch. στορνυτέος,α,ον,=καταστρωτέος, Hsch.
στρηνός , ή , όν ,= στρηνής , Nicostr.Com. 42 . στρηνός,ή,όν,=στρηνής, Nicostr.Com. 42 .
στρίφος , η , ον , dub. sens., of ἀστράγαλοι , Suid. s.v. λίσπη ( στρυφνούς Sch. Ar. Ra. 848 ). τὰ στρίφη dub. sens. in Sammelb. 6264.23 . στρίφος,η,ον, dub. sens., ofἀστράγαλοι, Suid. A. s.v. λίσπη
στῠγ-ηρός , ά , όν ,= στυγητός , Hsch. στῠγ-ηρός,ά,όν,=στυγητός, Hsch.
στῠγερ-ωπός , όν , χῶρος ς. ἰδέσθαι AP 9.662 ( Agath. ): and στῠγερ-ώψ , acc. -ῶπα , dub.l. in Orph. Fr. 126 . στῠγερ-ωπός,όν A. , χῶρος ς. ἰδέσθαι AP 9.662 ( Agath. ): andστῠγερ-ώψ, acc.-ῶπα, dub
Stygian, of the nether world Στύγιος[ῠ],α,ον , A. Pers. 668 (lyr.); alsoος,ον E. Med. 195 (anap.), Hel. 1339 (lyr.), Plu. (v. infr.): (Στύξ):— A. Stygian, of the nether world,ἀχλύςA.l.c.; δόμος S.
hard, rough στῠφελ-ός,ή,όν, A.R. 2.323 , alsoός,όν A. Pers. 965 (lyr.), Parth. Fr. 29.4 , etc.:— A. hard, rough, στυφελοῦ . . ἐπ' ἀκτᾶς A. l.c. (lyr.); in later Poets,ἀκτὴ ς. A.R. l.c., etc.; σκόπ