sing by way of accompaniment, ὑπᾴδω, A. sing by way of accompaniment, Λίνον δ' ὑπὸ καλὸν ἄειδε(sc.τῇ φόρμιγγι) Il. 18.570 ;ἡ δ' ὑπὸ καλὸν ἄεισε(sc.ἡ νευρή) Od. 21.411 ; ταῖς Μούσαις τι μέλος ὑπᾴσατε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
sing by way of accompaniment, ὑπᾴδω, A. sing by way of accompaniment, Λίνον δ' ὑπὸ καλὸν ἄειδε(sc.τῇ φόρμιγγι) Il. 18.570 ;ἡ δ' ὑπὸ καλὸν ἄεισε(sc.ἡ νευρή) Od. 21.411 ; ταῖς Μούσαις τι μέλος ὑπᾴσατε
ὑπαπάντ-ησις , εως , ἡ , = ὑπάντησις 1.1 , IG 22.1028.9 (ii/i B. C.) . ὑπαπάντ-ησις,εως,ἡ, A. = ὑπάντησις 1.1 , IG 22.1028.9 (ii/i B. C.).
ὑπαρχ-ία , ἡ , = ὑπαρχεία , OGI 238.1 (Eriza, iii/ii B. C. ). ὑπαρχ-ία,ἡ, A. = ὑπαρχεία , OGI 238.1 (Eriza,iii/ii B. C.).
yielding, compliance, ὕπειξις,εως,ἡ, (ὑπείκω) A. yielding, compliance,both in sg. and pl., Pl. Lg. 815a , 727a , Hierocl. in CA 5p.427M. ; δειλία . . ὕ. τις ψυχῆς Thphr. Char. 25.1 : c. dat., ἡ τοῦ
ὑπελάτη [ᾰ] , ἡ , a shrub, = χαμαιδάφνη , Plin. HN 15.131 . ὑπελάτη [ᾰ],ἡ, a shrub, A. = χαμαιδάφνη , Plin. HN 15.131 .
opposition, ὑπεναντι-ότης,ητος,ἡ, A. opposition, Epicur. Ep. 1p.28U. , Nat. 117 G., Str. 10.2.12 ;ἡ τούτων( v.l. τῶν ἱερῶν ) ὑ. J. Ap. 1.25 . II. Math.,subcontrariety, Nicom. Ar. 2.28 .
ὑπερ-θεσία , ἡ , = sq. III, PStrassb. 53.5 (ii A. D.) . ὑπερ-θεσία,ἡ,=sq. III, PStrassb. 53.5 (ii A. D.).
ὑπεραπό-τῐσις , εως , ἡ , gloss on ὑπερέκτισις ( -έκτησις cod.), Hsch. (better -τεισις in both, v. ἔκτεισις ). ὑπεραπό-τῐσις,εως,ἡ, A. gloss on ὑπερέκτισις (-έκτησιςcod.), Hsch. (better-τεισιςin bot
ὑπερβῐ́β-ᾰσις , εως , ἡ , v. ὑπέρβασις 111 . ὑπερβῐ́β-ᾰσις,εως,ἡ, A. v. ὑπέρβασις 111 .
ὑπερέλᾰσις , εως , ἡ , = ὑπέρθεσις, ὑπερβολή , Hsch. ὑπερέλᾰσις,εως,ἡ, A. = ὑπέρθεσις, ὑπερβολή , Hsch.
ὑπερκέρ-ωσις , εως , ἡ , = ὑπερκέρασις , Agath. 2.9 (pl.). ὑπερκέρ-ωσις,εως,ἡ, A. = ὑπερκέρασις , Agath. 2.9 (pl.).
ὑπερμέση (sc. χορδή ), ἡ , = λίχανος , Nicom. Harm. 3 . ὑπερμέση(sc.χορδή),ἡ, A. = λίχανος , Nicom. Harm. 3 .
ὑπερορ-ᾱτικός , ή , όν , = ὑπεροπτικός , Poll. 9.147 . ὑπερορ-ᾱτικός,ή,όν, A. = ὑπεροπτικός , Poll. 9.147 .
ὑπερορ-ία , ἡ , v. ὑπερόριος 1.2 . ὑπερορ-ία,ἡ, A. v. ὑπερόριος 1.2 .
authority ὑπεροχή, -ῆς, ἡ (ὑπερέχω) [in LXX: Jer.52:22 (קוֹמָה), 2Ma.3:11, al. ;] a projection, eminence, as the peak of a mountain. Metaphorical (Arist.), excellence, pre-eminence: λόγου ἢ σοφίας,
contempt, disdain, ὑπεροψία,ἡ, A. contempt, disdain, τῶν νόμων Th. 1.84 ; τῶν συμμάχων Isoc. 8.96 ; ἡ πρὸς τὰς κολάσεις ὑ. J. BJ 3.7.33 : abs., Lys. 12.93 , Isoc. 12.242 , Phld. Vit. p.29 J.
ὑπέρφᾰσις , εως , ἡ , = ὑπερηφανία , Hsch. ὑπέρφᾰσις,εως,ἡ, A. = ὑπερηφανία , Hsch.
ὑπέρχειρ , ὁ , ἡ , gen. χειρος , = μακρόχειρ , Philostr. Gym. 38 . ὑπέρχειρ,ὁ,ἡ, gen.χειρος, A. = μακρόχειρ , Philostr. Gym. 38 .
palate, ὑπερῴα, Ion. ὑπερχρόν-η,ἡ, A. palate, Il. 22.495 , Hp. Mochl. 39 , Plu. Cat.Ma. 9 , Gal. 6.828 , 17(2).439 , UP 11.11 , Aristid. Or. 47(23).69 , al.;ὑπερῷα( v.l. -ώα ) Arist. HA 492b26 :—el
ὑπερώϊος , η , ον , v. ὑπερῷος. ὑπερώϊος,η,ον, A. v. ὑπερῷος.
ὑπερώτατος , η , ον , poet. Sup. for ὑπέρτατος (q. v.). ὑπερώτατος,η,ον, poet. Sup. forὑπέρτατος(q. v.).
ὑπηρ-έα and ὑπηρ-ία , ἡ , = ἐπήρεια , PFlor. 189.3 (iii A. D.) , BGU 908.10 (ii A. D.) . ὑπηρ-έαandὑπηρ-ία,ἡ, A. = ἐπήρεια , PFlor. 189.3 (iii A. D.), BGU 908.10 (ii A. D.).
ὑπηρετ-εία , ἡ , = ὑπηρεσία 11.1 , μακάρων App.Anth. 2.263 . ὑπηρετ-εία,ἡ, A. = ὑπηρεσία 11.1 , μακάρων App.Anth. 2.263 .
ὑπηρετ-ησία , ἡ , = sq., Gloss. ὑπηρετ-ησία,ἡ,=sq.,Gloss.