ψηκεδών , όνος , ἡ , ( ψάω, ψήχω ) = κονιορτός , Hsch. ψηκεδών,όνος,ἡ, (ψάω, ψήχω) A. = κονιορτός , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψηκεδών , όνος , ἡ , ( ψάω, ψήχω ) = κονιορτός , Hsch. ψηκεδών,όνος,ἡ, (ψάω, ψήχω) A. = κονιορτός , Hsch.
made of marble, ψήφ-ῐνος,ον, perh. A. made of marble, λίθινος ἢ ψ. μυροθήκηas expl. ofἀλάβαστρον, AB 374 :ἀλάβαστρον: μυροθήκη λίθος ψήφινος, Hsch. ( λίθινος ἢ ψ. Cyr. ):ἀπὸ Ἁρποκράτου ψηφίνουfro
ψήφ-ωσις , εως , ἡ , = ψηφολογία, ψηφολόγημα , Gloss. ψήφ-ωσις,εως,ἡ, A. = ψηφολογία, ψηφολόγημα ,Gloss.
ψῐθύρα [ῠ] , ἡ , a Libyan (esp. Trog(l)odyte) musical instrument, identified by some with the ἄσκαρος, Poll. 4.60 ; ψιθυρᾶν μάλ' αἰολᾶν S. Inach. in PTeb. 692 iii 1 (lyr.). ψῐθύρα [ῠ],ἡ, a Libyan (esp
ψιττάκη , ἡ , v. ψιττακός. ψιττάκη,ἡ, A. v. ψιττακός.
ψιττία: ψωμία, Ἀττικοί, Hsch. ψιφά: ἑψιτὰ λεπτά, Id. ψιφαῖον: ἱστίον, ὁτὲ δὲ ψίαθος, ἢ μικρὸν ὀρνιθάριον, Id. ψιττία: ψωμία, Ἀττικοί, Hsch. ψιφά: ἑψιτὰ λεπτά,Id.ψιφαῖον: ἱστίον, ὁτὲ δὲ ψίαθος, ἢ μικ
ψοθώα , ἡ , = ψώρα , Theognost. Can. 106 . ψόθωρ: αὐχμηρόν, Hsch. (s. v.l.). ψοία , v. ψόα. ψοθώα,ἡ, A. = ψώρα , Theognost. Can. 106 .ψόθωρ: αὐχμηρόν, Hsch. (s. v.l.).ψοία, v. ψόα.
ψύδρ-αξ , ᾰκος , ἡ , οἱ Ἴωνες ψύδρακας λέγουσι τὰς ποικίλας: ὅθεν καὶ ἡμεῖς ψύδρακας καλοῦμεν τὰ ἐπὶ τοῦ σώματος ἐξανθήματα EM 819.10 . ψύδρ-αξ,ᾰκος,ἡ A. , οἱ Ἴωνες ψύδρακας λέγουσι τὰς ποικίλας: ὅθ
ψυκτά: ἡ μὴ πολλῷ ὕδατι πεφυρμένη μᾶζα, Id. ψυκτά: ἡ μὴ πολλῷ ὕδατι πεφυρμένη μᾶζα,Id.
flea, ψύλλα,ης,ἡ, A. flea, Ar. Nu. 145 , al., X. Smp. 6.8 , Arist. HA 556b22 , etc.; alsoψύλλος,ὁ, Epich. 199 , Arist. HA 537a6 ( v.l. ψύλας ), rejected by Phryn. 308 in favour ofψύλλα;alsoψύλλαξ,ἡ,
ψύλλερις , ἡ , = ψύλλιον , Ps.- Dsc. 4.69 . ψύλλερις,ἡ, A. = ψύλλιον , Ps.- Dsc. 4.69 .
ψυλλία , ἡ , dub. in Ptol. Tetr. 181 . ψυλλία,ἡ, dub. in Ptol. Tetr. 181 .
a cooling, chilling ψῦξις,εως,ἡ, A. a cooling, chilling;χιόνος ἢ ἄλλης ψύξιος means of cooling, v.l. in Hp. VM 16 . 2. a beingorbecoming cold, ψ. νεηνικωτάτηib. 16 ; αἵματος ἐν ψύξει ὄντος Pl. Ti.
of ψῡχ-εμπορικός,ή,όν, A. oforfor a trafficker in souls:—ἡ -κή(sc.τέχνη)traffic in mental wares, Pl. Sph. 224b .
ψῡχι-νός , ή , όν , v. ψυχεινός. ψῡχι-νός,ή,όν, A. v. ψυχεινός.
coldness, cold, ψυχρό-της,ητος,ἡ, A. coldness, cold,opp.θερμότης, Hp. VM 16 , Pl. R. 437e ; ἡ τοῦ περιέχοντος ψ. καὶ στυγνότης Plb. 4.21.1 : pl. ψυχρότητες chills, frosts, Plu. 2.701b . II. met
ψῶζα , ἡ , apptly. = ψώρα , Eup. 191 (anap.). ψῶζα,ἡ, apptly. A. = ψώρα , Eup. 191 (anap.).
quadratarius, ψωί̈α,ἡ, A. = ψώα , Hsch. ψώϊζος: ἄφοδος ὑγρὰ ἢ ὄνθος, δυσωδία, κτλ.,Id.ψώκτης,ου,ὁ,= quadratarius, Gloss.
ψωκτός , ή , όν , ( ψώω ) dub. in Hsch. , ψωκτόν: τράπεζαν. ψωκτός,ή,όν, (ψώω) dub. in Hsch. ,ψωκτόν: τράπεζαν.
ψωρ-ανθεμίς , ίδος , ἡ , = λιβανωτίς , Ps.- Apul. Herb. 80 . ψωρ-ανθεμίς,ίδος,ἡ, A. = λιβανωτίς , Ps.- Apul. Herb. 80 .
ψωρ-ίᾱσις , εως , ἡ , = ψώρα , in pl., Dsc. 1.100 , 3.5 . ψωρ-ίᾱσις,εως,ἡ, A. = ψώρα , in pl., Dsc. 1.100 , 3.5 .
ψώρ-ωσις , εως , ἡ , = ψώρα , Lyd. Ost. 35 . ψώρ-ωσις,εως,ἡ, A. = ψώρα , Lyd. Ost. 35 .
ψώσματα: παρὰ Ἀριστωνύμῳ ( Fr. 9 ) πέπαικται ἡ λέξις τῇ Βοιωτῶν διαλέκτῳ, Hsch. ψώσματα: παρὰ Ἀριστωνύμῳ( Fr. 9 )πέπαικται ἡ λέξις τῇ Βοιωτῶν διαλέκτῳ, Hsch.
ὠδίν , ἡ , v. ὠδίς. ὠδίν,ἡ, A. v. ὠδίς.