βαίδειον: ἕτοιμον ( Elean ), Hsch. βαιδυμῆν: ἀροτριᾶν ( Boeot. ), Id.:—also βαιτρεύειν , Id. βαίεσσα: βότρυς, Id. βαῖκαν: κρῆτες, Id. βαίκυλος: προβατώδης, Id. βαιμάζειν: βασιλεύειν, ἢ βαστάζειν, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βαίδειον: ἕτοιμον ( Elean ), Hsch. βαιδυμῆν: ἀροτριᾶν ( Boeot. ), Id.:—also βαιτρεύειν , Id. βαίεσσα: βότρυς, Id. βαῖκαν: κρῆτες, Id. βαίκυλος: προβατώδης, Id. βαιμάζειν: βασιλεύειν, ἢ βαστάζειν, Id.
like a sheep, simple, προβᾰτ-ώδης,ες, A. like a sheep, simple, Simp. in Epict. p.34 D. , Hsch. s.v. βαίκυλος , Sch. Ar. Eq. 264 .