βαιτρεύειν , v. βαιδυμῆν. βαιτρεύειν, A. v. βαιδυμῆν.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βαιτρεύειν , v. βαιδυμῆν. βαιτρεύειν, A. v. βαιδυμῆν.
βαίδειον: ἕτοιμον ( Elean ), Hsch. βαιδυμῆν: ἀροτριᾶν ( Boeot. ), Id.:—also βαιτρεύειν , Id. βαίεσσα: βότρυς, Id. βαῖκαν: κρῆτες, Id. βαίκυλος: προβατώδης, Id. βαιμάζειν: βασιλεύειν, ἢ βαστάζειν, Id.