βραύκη , = ἀκρίς , Hsch. : βραῦκος , = μικρὰ ἀκρίς (Cret.), AB 223 ; cf. βρεῦκος . βραύλα: φθείρ , Hsch. βραῦλον: κοῖλον , Id. βραῦνα: κήλη, κύστις, ἐντεροκήλη , Id. βραυνία: κοιλώματα γῆς , Id. βραυῶ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βραύκη , = ἀκρίς , Hsch. : βραῦκος , = μικρὰ ἀκρίς (Cret.), AB 223 ; cf. βρεῦκος . βραύλα: φθείρ , Hsch. βραῦλον: κοῖλον , Id. βραῦνα: κήλη, κύστις, ἐντεροκήλη , Id. βραυνία: κοιλώματα γῆς , Id. βραυῶ