κᾰ́λο-θριξ , τριχος , ὁ , ἡ , = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος . κᾰ́λο-θριξ,τριχος,ὁ,ἡ, A. = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κᾰ́λο-θριξ , τριχος , ὁ , ἡ , = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος . κᾰ́λο-θριξ,τριχος,ὁ,ἡ, A. = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος .
ὄες: κώδια, Hsch. ὄεσσι , Ep. dat. pl. of ὄϊς, οἶς (q. v.). ὀέσχαι: μηλωταί, βαῖται, ἤγουν δερμάτιναι, Id. ὀέτεας παρὰ τοῖς βαρβάροις, ὁ καλλίθριξ, Id. (v. οἰέτεας, and cf. ἀετέα, αὐετῆ, ὐετής, Id.).
with beautiful manes κάλλι-θριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ, A. with beautiful manes, καλλίτριχας ἵππους Il. 5.323 , Od. 3.475 , etc.; of sheep,with fine wool, καλλίτριχα μῆλα νομεύων 9.336 , cf. 469 : in late Pr